| Όρος |
Εικόνα |
Περιγραφή |
| Αβάρα |
|
σπρώξε |
| Αγάντα |
|
κράτα |
| Αετός |
|
το πάνω μέρος του πανιού |
| Άλμπουρο |
|
(συνώνυμο ο ιστός) το κατάρτι |
| Απηλιώτης |
|
(συνώνυμο ο λεβάντης) ανατολικός άνεμος |
| Απίκο |
|
ρίξε την άγκυρα επί τόπου |
| Αριστερήνεμος |
|
όταν έχουμε τον άνεμο στην αριστερή πλευρά του σκάφους μας |
| Αρρόδου |
|
ανοιχτά στη θάλασσα |
| Βαγονάκι |
|
εξάρτημα με τροχαλία που κινείται πάνω σε ράγα. Συνήθως χρησιμοποιείται στο τριμάρισμα της τζένοας |
| Βίρα |
|
σήκωσε, τράβα |
| Βιτζιρέλο |
|
το μεταλλικό κυλινδρικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για το τράβηγμα των σχοινιών. Εξάρτημα που βοηθάει στην χρήση του βιτζιρέλου είναι η μανέλα |
| Γαρμπής |
|
(συνώνυμο ο λιψ) ΝΔ άνεμος |
| Γάστρα |
|
το καλούπι του σκάφους |
| Γραντί |
|
το μέρος του πανιού που τοποθετείται στο διάδρομο για το βιράρισμα του πανιού |
| Γρέγος |
|
(συνώνυμο ο μέσης) ΒΑ άνεμος |
| clew |
|
η κάτω πίσω γωνία του πανιού |
| Δεξίνεμος |
|
όταν έχουμε τον άνεμο στη δεξιά πλευρά του σκάφους μας |
| Διόπτευση |
|
ο καθορισμός της θέσης μας με βάση κάποιων συγκεκριμένων σημείων στην στεριά ή τη θάλασσα, συνήθως με την χρήση πυξίδας ή μπούσουλα |
| Έξαλα |
|
τα σημεία της γάστρας που βρίσκονται εκτός νερού |
| Εντατήρες |
|
(συνώνυμο οι ξαρτόριζες) μεταλλικά εργαλεία που τοποθετούνται στην άκρη των ξαρτιών και χρησιμοποιούνται στην ρύθμισή τους |
| Επίνεμη |
|
αντίθετο του προσήνεμος. Η πλευρά του σκάφους που δεν την χτυπάει ο αέρας (σταβέντο) |
| Επίτονος |
|
το συρματόσχοινο που ξεκινά από την κορυφή του άλμπουρου και καταλήγει στο πίσω μέρος του σκάφους (πρύμνη) και χρησιμοποιείται για την στήριξη του καταρτιού |
| Εργάτης (άγκυρας) |
|
ηλεκτρικό μοτέρ που βοηθά στο να σηκώσουμε την άγκυρα |
| Εύρος |
|
(συνώνυμο ο σορόκος) ΝΑ άνεμος |
| Ζέφυρος |
|
(συνώνυμο ο πουνέντης) δυτικός άνεμος |
| Ίσαλος |
|
η νοητή γραμμή που σχηματίζει η θάλασσα στην γάστρα του σκάφους |
| Ιστός |
|
(συνώνυμο το άλμπουρο) το κατάρτι |
| Κάβος |
|
προεξοχή της στεριάς |
| Καμπάνα |
|
υποδοχή στο μπροστά μέρος του άλμπουρου για την στήριξη του σπινακόξυλου |
| Καντηλίτσα |
|
κόμπος με την ιδιότητα να σφίγγει κατά το τράβηγμα χωρίς να καθιστά αδύνατο το λύσιμό του. Είναι ο πιο χρήσιμος κόμπος για τους ναυτικούς. Οι χρήσεις του είναι πολλές, π.χ. για το δέσιμο των σχοινιών στις δέστρες, για το δέσιμο των σχοινιών μεταξύ τους |
| Καρίνα |
|
το πτερύγιο στο κάτω μέρος της γάστρας κατασκευασμένο συνήθως από βαριά μέταλλα που βοηθά στην ισορροπία και στην πλεύση του σκάφους |
| Κάσαρο |
|
(hatch) παράθυρο του σκάφους |
| Κοτσανέλα |
|
μεταλλικό εξάρτημα πάνω στα οποία δένουμε τα σχοινιά |
| Κοτσάρω |
|
γαντζώνω, στηρίζω |
| Κουβέρτα |
|
το πάνω μέρος του σκάφους |
| Κουκέτα |
|
η καμπίνα του σκάφους |
| Κρικόδεσμος |
|
χρησιμοποιούμε αυτόν τον κόμπο για να δέσουμε σε έναν κρίκο |
| Κρυφό |
|
νήμα στο εσωτερικό του πανιού συνήθως στον αετό της μαίστρας που χρησιμοποιείται για το τέντωμά του |
| Λαγουδέρα |
|
τιμόνι που συναντάται σε μικρά σκάφη και παλαιού τύπου σκάφη |
| Λάσκα |
|
άφησε, χαλάρωσε |
| Λεβάντης |
|
(συνώνυμο ο απηλιώτης) ανατολικός άνεμος |
| Λιψ |
|
(συνώνυμο ο γαρμπής) ΝΔ άνεμος |
| Μαγγιώρα |
|
αριστερά και δεξιά από το σκάφος συρματόσχοινα που στηρίζουν το άλμπουρο |
| Μάινα |
|
κατέβασε τα πανιά |
| Μαΐστρα |
|
(συνώνυμο η μεγίστη) το κεντρικό πανί ιστιοφορίας. Το σχήμα του είναι τριγωνικό |
| Μαίστρος |
|
(συνώνυμο ο σκύρων) ΒΔ άνεμος |
| Μαλλάκια |
|
νήματα που μας δείχνουν τις συνθήκες του ανέμου στα διάφορα σημεία του πανιού που έχουν τοποθετηθεί |
| Μανέλα |
|
εργαλείο που χρησιμοποιείται στο βιτζιρέλο για την διευκόλυνση του μαζέματος των πανιών |
| Μανούβρα |
|
χειρισμός |
| Μαντάρι |
|
το σχοινί που χρησιμοποιείται για το βιράρισμα των πανιών (τζένοα, μαίστρα) |
| Μαρίνα |
|
μικρό και προστατευμένο λιμάνι για την προσάραξη μικρών σκαφών (συνήθως διαθέτει παροχές όπως νερό και ρεύμα) |
| Μάτσα |
|
οριζόντια μεταλλική δοκός που στηρίζεται στο κατάρτι και πάνω της δένεται το κάτω και πίσω μέρος της μαίστρας |
| Μεγίστη |
|
(συνώνυμο η μαίστρα) το κεντρικό πανί ιστιοφορίας. Το σχήμα του είναι τριγωνικό |
| Μέσης |
|
(συνώνυμο ο γρέγος) ΒΑ άνεμος |
| Μίλι (ναυτικό) |
|
αντιστοιχεί σε 1.852 μέτρα |
| Μόλα |
|
άφησε |
| Μούδες |
|
συνήθως κρίκοι στην μαίστρα που χρησιμοποιούνται για την μείωση της επιφάνειάς της |
| Μουδόσχοινα |
|
σχοινιά που χρησιμοποιούνται για το μουδάρισμα της μαίστρας |
| Μπαλαντσίνι |
|
συρματόσχοινο που ενώνει την κορυφή του άλμπουρου με το ελεύθερο άκρο της μάτσας και χρησιμοποιείται για την στήριξή της (παλαιού τύπου σκάφη) |
| Μπαλονάκια |
|
τα πλαστικά βοηθήματα που τοποθετούνται κατά την διαδικασία της αγκυροβόλησης σε πλευρικά σημεία των σκαφών για την αποφυγή φθορών |
| Μπαλόνι |
|
ελαφρύ πανί μεγάλης επιφάνειας που χρησιμοποιείται στις ανοιχτές πλεύσεις (ανοιχτή πλαγιοδρομία, πρίμα) |
| Μπανέλες |
|
πλαστικές ράβδοι που τοποθετούνται κάθετα στον αετό της μαίστρας και χρησιμοποιούνται για την καλύτερη μορφοποίηση του πανιού |
| Μπόσικος |
|
χαλαρός |
| Μπουμβάνγκ |
|
βραχίονας που ενώνει την μάτσα με το άλμπουρο . Διαθέτει σύστημα με σχοινί και τροχαλίες και χρησιμοποιείται στο τριμάρισμα της μαίστρας |
| Νέτα |
|
ελεύθερα |
| Νετάρισμα |
|
τακτοποίηση του σχοινιού ώστε να είναι εύκολη η χρήση του χωρίς να μπλέκεται |
| Νιτσεράδα |
|
ειδικού τύπου αδιάβροχο |
| Ντεκ |
|
το κατάστρωμα |
| Ντουκιάρω |
|
( συνώνυμο νετάρισμα) τακτοποίηση του σχοινιού ώστε να είναι εύκολη η χρήση του χωρίς να μπλέκεται |
| Ξάρτια |
|
τα συρματόσχοινα |
| Ξαρτόριζες |
|
(συνώνυμο οι εντατήρες) μεταλλικά εργαλεία που τοποθετούνται στην άκρη των ξαρτιών και χρησιμοποιούνται στην ρύθμισή τους |
| Ξεκοτσάρω |
|
ξεγαντζώνω |
| Οκτάρι |
|
κόμπος που γίνεται στις άκρες των σχοινιών. Συνήθως χρησιμοποιείται για την αποφυγή ξεπεράσματος του σχοινιού από τροχαλίες ή κρίκους |
| Όρτσα |
|
όταν η πλώρη δείχνει την κατεύθυνση του ανέμου |
| Ορτσάρω |
|
( αντίθετο του ποδίζω) κατευθύνομαι προς τον άνεμο |
| Όστρια |
|
νότιος άνεμος |
| Ούριος |
|
είναι ο άνεμος που έρχεται ακριβώς από πίσω μας |
| Παταράτσα |
|
τα εξωτερικά (αριστερά και δεξιά) συρματόσχοινα που στηρίζουν το κατάρτι |
| Πλαγιοδρομία |
|
όταν ταξιδεύουμε με τον άνεμο να έρχεται από το πλάι |
| Πλώρη |
|
το μπροστινό μέρος του σκάφους |
| Πλωριό |
|
συρματόσχοινο που στηρίζει το άλμπουρο στην πλώρη του σκάφους |
| Ποδάρι |
|
(συνώνυμο το tack) η κάτω σταθερή μπροστά γωνία του πανιού |
| Ποδιά |
|
το κάτω μέρος των πανιών |
| Ποδίζω |
|
(αντίθετο του ορτσάρω) απομακρύνομαι από την κατεύθυνση του ανέμου |
| Ποδόδεσμος |
|
κόμπος που χρησιμοποιείται για το δέσιμο σχοινιών με διαφορετικό πάχος |
| Πουνέντης |
|
(συνώνυμο ο ζέφυρος) δυτικός άνεμος |
| Πορτούζι |
|
μεταλλικός κρίκος, συνήθως πάνω σε πανιά |
| Προσήνεμη |
|
η πλευρά του σκάφους που την χτυπάει ο αέρας (σοφράνο) |
| Πρόσσω |
|
μπροστά (συνήθως χρησιμοποιείται όταν το σκάφος κινείται με μηχανή) |
| Πρυμνιό |
|
συρματόσχοινο που στηρίζει το άλμπουρο στην πρύμνη του σκάφους |
| Πότζα |
|
(συνώνυμα η υποστροφή και το τσίμα) κίνηση του σκάφους αντίθετα από την κατεύθυνση του ανέμου (ποδίζοντας) με αποτέλεσμα την αλλαγή της προσήνεμης πλευράς του σκάφους |
| Πρότονος |
|
συρματόσχοινο που ξεκινά από το πάνω μέρος του άλμπουρου, καταλήγει στην πλώρη του σκάφους και χρησιμοποιείται για την στήριξη του άλμπουρου |
| Πρυμάτσες |
|
τα σχοινιά που δένουν στην πρύμνη κατά την αγκυροβολία στο λιμάνι |
| Πρύμνη |
|
το πίσω μέρος του σκάφους |
| Ράουλο |
|
το στρογγυλό εξάρτημα της τροχαλίας |
| Ρέλια |
|
σύρματα που περιβάλλουν το σκάφος και χρησιμοποιούνται για την ασφάλεια του πληρώματος |
| Ρεμέτζο |
|
σχοινί που προέρχεται από σταθερό σημείο του βυθού. Συναντάται σε μαρίνες και βοηθά στο δέσιμο του σκάφους |
| Ρόδα |
|
το τιμόνι |
| Ρότα |
|
η πορεία του σκάφους |
| Roller |
|
μηχανισμός που χρησιμοποιείται για το μάζεμα των πανιών |
| Σκότα |
|
το σχοινί με το οποίο ρυθμίζουμε το πανί |
| Σκύρων |
|
(συνώνυμο ο μαίστρος) ΒΔ άνεμος |
| Σορόκος |
|
(συνώνυμο ο εύρος) ΝΑ άνεμος |
| Σοφράνο |
|
(συνώνυμο του προσήνεμη) η πλευρά του σκάφους που την χτυπάει ο αέρας |
| Σπινακόξυλο |
|
η δοκός που χρησιμοποιείται για την στήριξη της μίας εκ των πλευρών του μπαλονιού |
| Σταβέντο |
|
(συνώνυμο του επίνεμη) Η πλευρά του σκάφους που δεν την χτυπάει ο αέρας |
| Σταυρόκομπος |
|
κόμπος που χρησιμοποιείται συνήθως για το δέσιμο σχοινιών με όμοιο πάχος |
| Σταυρός |
|
μεταλλικά στηρίγματα κατά μήκος του άλμπουρου που χρησιμοποιούνται για την ενίσχυση και την καλύτερη στήριξή του |
| Στίγμα |
|
το ακριβές γεωγραφικό μήκος και πλάτος της θέσης μας |
| Τακ |
|
κίνηση του σκάφους προς την κατεύθυνση του ανέμου (ορτσάροντας) με αποτέλεσμα την αλλαγή της προσήνεμης πλευράς του σκάφους |
| Τεζάρω |
|
τεντώνω |
| Τζένοα |
|
το μπροστινό πανί ενός ιστιοπλοϊκού |
| Τζούντα |
|
η κορυφή του καταρτιού |
| Τραμουντάνα |
|
βόρειος άνεμος |
| Τριμάρισμα (πανιών) |
|
ρύθμιση των πανιών για την επίτευξη της καλύτερης εκμετάλλευσης του ανέμου |
| Τσίμα |
|
(συνώνυμα η υποστροφή και η πότζα) κίνηση του σκάφους αντίθετα από την κατεύθυνση του ανέμου (ποδίζοντας) με αποτέλεσμα την αλλαγή της προσήνεμης πλευράς του σκάφους |
| Υποστροφή |
|
(συνώνυμα η πότζα και το τσίμα) κίνηση του σκάφους αντίθετα από την κατεύθυνση του ανέμου (ποδίζοντας) με αποτέλεσμα την αλλαγή της προσήνεμης πλευράς του σκάφους |
| Ύφαλα |
|
το κάτω μέρος της γάστρας |
| Φαινομενικός άνεμος |
|
η άθροιση της κάθετης συνισταμένης του πραγματικού ανέμου και του ανέμου που δημιουργείται από την κίνηση του σκάφους |
| Φέρμα |
|
τέντωσε, σφίξε |
| Φερμάρω |
|
τεντώνω, σφίγγω |
| Φλόκος |
|
μικρή τζένοα |
| Φουντάρω |
|
ρίχνω την άγκυρα |
| Ψαλιδιά |
|
κόμπος που χρησιμοποιείται για το δέσιμο σχοινιών σε κάποιο εξάρτημα, όπως το δέσιμο των μπαλονιών στα ρέλια |