…και μετά…
και μετά χώθηκε κάτω από το τραπέζι , όπως τότε , που ταν παιδί , για να φάει με μανία τα νύχια της , και τα πετσάκια της , και τα δάχτυλα της ακόμα , γρήγορα , αχόρταγα , πριν την βρουν ΄να κάνει το “απαγορευμενο” και άρα γλυκό …
χώθηκε απο κάτω, τα φώτα κλειστα , η σκέψη της μαύρη , θλιβερή. “Είμαι νεκρή” ψέλλιζε μεσα της , “είμαι νεκρή και σαπίζω , και στο τέλος θα γίνω σκουλίκια… χιλιάδες μικροσκοπικά σκουλίκια…”
χώθηκε από κατω, κουλουριάστηκε , ήθελε να κλάψει αλλά δεν έβγαινε το ρημάδι , προσπαθούσε να ανακουφίσει τον κόμπο , να ελευθερωθεί απο τον σπαραγμό που εκαιγε μεσα της … μάταια..
χώθηκε απο κάτω , στα σκοτεινά , με τα χέρια γύρω απο τα πόδια , και άκόμα πιο σφιχτά , πάνω της , τα γόνατα , να την πιεζουν , να της κόβουν την ανάσα “τι να την κάνω την ανάσα , οι νεκροί δεν αναπνέουν, δεν τηνθελω την ανάσα , πάρτε την ανάσα” ούρλιαζε στα σωθικά της.
πονάει. το βλέπεις καθαρά. πονάει. είναι μόνη, γυμνή , κουλουριασμένη, πανιασμένη, κουνάει το κεφάλι περα-δώθε , σαν μισότρελη , και τα μάτια της , κοιταν το πατωμα , το τίποτα ..”παρτον χριστέ μου τον πόνο , παρτον , πως κατάντησα έγώ έτσι…δεν αντέχω , θα σπάσει , ακου πως χτυπάει με δύναμη , με λύσσα, θα ξεπεταχτεί και θα σπαρταραει στο πάτωμα , πανω στο περσικό χαλί της μαμάς , και μετά ποιος την ακούει την μαμά -καπού διάβασα ότι ο λεκες απο αίμα δεν φεύγει ποτε..”
στο οπτικό της πεδίο , ένα μικρό μυρμήγκι. Απαίσιο. Κάποτε , τότε που έτρωγε τα νύχια της κάτω απο το τραπέζι αυτό, θα το βασάνιζε. Θα το έβαφε με μπλάνκο. Και θα το έβλεπε να παλεύει να ανασάνει.. Γελια που θα έκανε! Μέχρι και τον ξέφρενο φαγωμό των νυχιών θα ξέχναγε!
τωρα όμως .. είναι σαν να έχει η ίδια το μπλάνκο πάνω της , και να την κοιτά το μηρμύγκι. -λες να ξέχασε και αυτό τις κακές του συνήθειες για να την παρατηρήσει;
πως γίνεται και δίνω τόση σημασία τώρα σε αυτό το μηρμύγκι; τόσες στιγμές και το μόνο που με απασχολεί είναι αυτο το μηρμύγκι… Κοίτα το , τι υπέροχο , δουλευταράδικο , τι τέλειο ζωντανό … χαίρεται η φύση που χει τέτοια παιδιά.
έβαλε το δάχτυλό της -το χοντρό- και το πάτησε. Με μανία , συνθλιψε το κεφάλι του , τα λεπτά πόδια του , το κορμί του, ακόμα και αυτό το ψίχουλο που κρατούσε πάνω του…
“α , μα είναι υπέροχο ζώο , χαίρεσαι να το κοιτάς , να παίρνεις παραδειγμα εργατικότητας…” είπε σιγανά , φέρνοντας το δάχτυλό της με το απομεινάρι του δύσμοιρου μηρμυγκιού στο πρόσωπό της κοντά. Και το φαγε.
….και μετα…