Με κουράζει εξαιρετικά η διαδρομή από τη δουλειά στο σπίτι. Παλιότερα δεν με ένοιαζε. Έπαιρνα την εφημερίδα μου στο λεωφορείο και περίμενα υπομονετικά, μετά το μποτιλιάρισμα να φτάσω στο ζεστό μου κρεβατάκι. Πολλά χρόνια μαγκούφης, το ‘χα συνήθεια μετά τη δουλειά να κοιμάμαι κανά διωράκι. Έπειτα ξύπναγα, πήγαινα στον κυρ-Βαγγέλη τον ταβερνιάρη του «Δελφοί», και έτρωγα ό,τι έβγαζε εκείνη την ημέρα το τσουκάλι.
Τώρα πια, όμως, με κουράζει. Γέρασα μάλλον. Με ενοχλεί που δεν βρίσκω θέση καμιά φορά στο λεωφορείο. Με ενοχλεί που κάνει πάρα πολύ ώρα για να φτάσει. Με ενοχλεί που τα μεσημέρια δεν μπορώ να κοιμηθώ εύκολα. Με ενοχλεί που δεν με περιμένει κανένας στο σπίτι…
Σήμερα το μεσημέρι, όμως , με ενόχλησε και κάτι άλλο. Όπως κάθε φορά που γύρναγα από τη δουλειά , έβγαλα το κλειδί, άνοιξα την εξώπορτα και κάλεσα το ασανσέρ. Μένω στον τρίτο και δεν είναι εύκολο πια να ανεβαίνω με τα πόδια. Άλλο ένα δείγμα ότι παραμεγάλωσα. Όταν ο ανελκυστήρας ήλθε, μπήκα και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Έχω πια μπόλικες ρυτίδες και ήμουν ελαφρά κουρασμένος στην όψη και με τσαλακωμένο πουκάμισο. Όσο και να το προσέχω -από παιδί αυτό- με εκνευρίζουν τα τσαλακωμένα πουκάμισα. Αλλά μετά το οκτάωρο είναι τελικά αναπόφευκτο..
Τότε την είδα. Στην αρχή δεν την πρόσεξα. Όχι ότι δεν ήταν εντυπωσιακή. Απλά ήμουν πολύ κουρασμένος. Όταν όμως γύρισα την πλάτη μου στο καθρέφτη για να βγω από το ασανσέρ, στεκόταν εκεί, στον διπλανό τοίχο του εσωτερικού του ασανσέρ, δίπλα στα κουμπιά του…
Μάλιστα, για μια στιγμή δεν το πίστεψα. Λέω , δεν είναι δυνατό, κάποιο λάθος έχει γίνει. Κι όμως, ήταν καθαρή και απαστράπτουσα μπροστά μου. Όχι ιδιαίτερα μεγάλη, με μαύρα έντονα γράμματα: «Απαγορεύεται αυστηρώς το κάπνισμα».
Το ‘χε φέρει κάποιος, ο στρατηγός του δευτέρου νομίζω, στην περασμένη συνέλευση ιδιοκτητών σαν θέμα, αλλά δεν θυμάμαι αν είχε ψηφιστεί. Δεν με ένοιαζε και ιδιαίτερα εξάλλου· δεν είμαι καπνιστής. Έκανα ως φοιτητής κανά τσιγαράκι , πέρασαν δεκαετίες από τότε…
Η πινακιδούλα, όμως, με ενόχλησε. Με ενόχλησε αφόρητα. Ένοιωσα ξαφνικά την καταπίεση να χτυπάει τα μηνίγγια μου, σαν τότε , που ήμασταν στην Σχολή ακόμη και ακούγαμε Θεοδωράκη σαν πράξη αντίστασης, ακόμα κι αν προτιμούσαμε τα κλαρίνα. Και γκόμενα έριχνες ευκολότερα με Θεοδωράκη. «Απαγορεύεται αυστηρά ο Θεοδωράκης» τότε. «Απαγορεύεται αυστηρά το κάπνισμα» τώρα. Μια ζωή κάτι θα απαγορεύεται , ακόμα και αν αυτό το κάτι είναι ακίνδυνο, όπως η μουσική. Αν και τελικά, έχω αρχίσει να πιστεύω ότι η μουσική έχει περισσότερη δύναμη από ό,τι πίστευα μικρός…
Βγήκα από το ασανσέρ ακόμα πιο κουρασμένος, Ταλαιπωρημένος. Πάλι δεν κοιμήθηκα το μεσημέρι. Θυμήθηκα ένα βράδυ σε μια μπουάτ στην Πλάκα, που τραγουδούσα με τον Στέλιο αντάρτικα τραγούδια, χωρίς να είμαι αντάρτης ή αντιστασιακός ή οτιδήποτε. Το ‘κανα για την Ελένη, την μελαχρινή κουκλίτσα από την Κυψέλη. Ωραία γυναίκα! Θα μπορούσε να γίνει και γυναίκα μου. Γιατί δεν έγινε άραγε; Γιατί δεν τολμάμε να κάνουμε ή να πούμε πράγματα, που αν τολμούσαμε θα γινόταν η ζωή μας φωτεινότερη; Φοβόμαστε να πολεμήσουμε το γκρίζο. Όχι, όχι. Φοβόμαστε να πολεμήσουμε γενικά. Νεοελληνική ‘σκασίλα’ για τα πάντα…
Στις επτά ξεκίνησα για την ταβέρνα. Με περίμενε ο Βαγγέλης. Μου είχε πει πως σήμερα θα ‘χε γίγαντες πλακί και μου αρέσουν πολύ. Δεν μπήκα στο ασανσέρ. Πήρα τις σκάλες. Ό,τι δεν μπορείς να το πολεμήσεις, προσπάθησε να το αποφύγεις.
Σε δυο ώρες, και μετά από ένα πιάτο γίγαντες, κρασάκι και κουβεντούλα, που μου γύρισαν τη διάθεση και το κέφι μου (άλλο τυχερό κληρονομικό χάρισμα των Ελλήνων· ευτυχούν εύκολα!) κάλεσα το ασανσέρ να ανέβω στον τρίτο. Ήταν αδύνατο να πάρω σκάλα. Όχι για μια πινακίδα!
Όταν ήλθε ο ανελκυστήρας , την έψαξα. Αλήθεια, δεν έκανα να την αποφύγω καθόλου , πήγα κατευθείαν να την αναζητήσω με τη ματιά μου , δίπλα στα κουμπιά. Αλλά ήταν μόνο ένα σημάδι, ελάχιστο, αυτό που αφήνει, σαν απομεινάρι την παρουσία κάποιου περιορισμού πίσω του.
Η πινακίδα ήταν στραβά βαλμένη στο κάτω μέρος του καθρέφτη. Προφανώς και κάποιος άλλος είχε πειραχτεί , ίσως ο Δημήτρης, ο νεαρός φοιτητής του δευτέρου που μένει δίπλα στον στρατηγό και δέχεται τις περισσότερες παρατηρήσεις για την ελάχιστη φασαρία που μπορεί να δημιουργεί η τηλεόρασή του ή η κιθάρα του πότε πότε… Γέλασα πονηρά, και βγήκα χαρούμενος από το ασανσέρ.
Το επόμενο πρωί είχα έναν καλό λόγο να βγω από το σπίτι μου. Ήθελα να δω αν η πινακίδα ήταν ακόμα στο κάτω μέρος του καθρέφτη στραβοβαλμένη και αδιάφορη. Στενοχωρήθηκα για κάποια δεύτερα. Η πινακίδα ήταν στην θέση της…
Ούτε ένα δεύτερο σκέψης δεν χρειάστηκα φυσικά. Την ξεκόλλησα και την κόλλησα στο ταβάνι. Πιο αόρατη από ποτέ. Η μέρα μου έγινε λαμπρότερη. Στη δουλειά αδημονούσα να τελειώσει το ωράριο. Ποτέ δεν είχε γίνει τόσο βασανιστικό το οκτάωρο… Τόσο μεγάλη και ατέλειωτη η διαδρομή του αστικού προς το σπίτι…
Κάλεσα αμέσως το ασανσέρ. Με παιδική χαρά. Μπήκα σφυρίζοντας αδιάφορα στον παράδεισό μου. Η πινακίδα στη θέση της. Την πήρα και την κόλλησα στον άλλο τοίχο εντελώς ανάποδα. Δεν διαβαζόταν καν. Βγήκα χαρούμενος και πήγα για ύπνο. Εκείνο το μεσημέρι όχι μόνο κοιμήθηκα, αλλά είδα και υπέροχα χρωματιστά όνειρα· είδα ότι χούφτωνα την Ελένη, και ότι πήγα εκδρομή στο Ναύπλιο μαζί της. Της τραγουδούσα Θεοδωράκη και αυτή με φίλαγε…
Το απόγευμα έφυγα για την ταβέρνα. Κάλεσα το ασανσέρ με απίστευτη χαρά. Είχα βρει το νέο μου παιχνίδι , πιο επαναστατικό από ποτέ. Η πινακίδα ήταν στην θέση που την είχε βάλει το δεύτερο πειραχτήρι της παρέας. Γέλασα ικανοποιημένος. Λέω να κάνω συμμαχία μαζί του. Δεν θα την αλλάξω. Θα την αλλάζω μόνο όταν την βλέπω στην θέση της.
Πράγματι, στην θέση της την είδα αργότερα , όταν επέστρεψα από την ταβέρνα. Παρόλο που με βάρυναν τα σουτζουκάκια, χαμογέλασα και σαν πεντάχρονο σηκώθηκα στις μύτες των παπουτσιών μου να την ξεκολλήσω και να την ξανακολλήσω στο ταβάνι. Μπήκα σφυρίζοντας στο σπίτι και ξαναονειρεύτηκα την Ελένη. Είδα ότι της τραγούδαγα Θεοδωράκη , και αυτή με θαύμαζε και με φιλούσε…
Η ιστορία συνεχίστηκε καμιά βδομάδα.. Η αυστηρή πινακιδούλα , πότε στον τοίχο στη θέση της, πότε στο πάτωμα και πότε στο ταβάνι. Λες και έπαιζε και αυτή μαζί μας. Είχε αρχίσει σαφώς να χαλά η κόλα της. Σε λίγο καιρό θα ήταν για πέταμα. Είχε πολύ γέλιο. (Απορία νεοέλληνα: Την πληρώσαμε στα κοινόχρηστα έξοδα; )
Μια τρίτη απόγευμα, μετά τη δουλειά, επέστρεψα σφυρίζοντας στο σπίτι μου. Κάλεσα το ασανσέρ και με χαρά διαπίστωσα ότι η πινακίδα ήταν στην αρχική θέση της. Άρα, θα χα εγώ την «τιμή» να της αλλάξω θέση. Τότε όμως -και ευτυχώς πριν προβώ στο παιδικό μου παιχνιδάκι- είδα και το άλλο: Στην γωνία του ασανσέρ, ακριβώς καταπάνω στην πινακιδούλα, το άγρυπνο μάτι μιας κάμερας, βαλμένης για τον ίδιο σκοπό που μια πινακιδούλα δεν ήταν ικανή να επιτελέσει: την αφαίρεση της ελευθερίας μας. (Απορία νεοέλληνα: Μπήκε και η αγορά της κάμερας στα κοινόχρηστα; )
Ένοιωσα να με φιμώνουν και να μην μπορώ να κάνω κάτι. Πάλι με πίεσαν τα μηνίγγια μου, πάλι δεν μπόρεσα να κοιμηθώ το μεσημέρι , πάλι ο Βαγγέλης είχε γίγαντες (από μικρός είχα την εντύπωση ότι μερικάμικροπράγματα επαναλαμβάνονται μόνο και μόνο για να αντιλαμβανόμαστε τη γελοιότητα των καταστάσεων…)
Όταν γύρισα , η πινακίδα ήταν στην θέση της, το ίδιο και η κάμερα. Με κοίταζε και την κοίταζα. Έφτασα στον όροφό μου, βγήκα έξω και ξανάρθε ο πόνος στα μηνίγγια. Ένοιωσα ξανά την ηλικία μου. Είμαι 57 ετών , καθόλου μικρός για μπακούρι. Καθόλου μικρός για να αλλάζω θέση σε μια πινακιδούλα. Καθόλου μικρός για να με συλλάβει η κάμερα , να με δείξουν στην γενική συνέλευση ιδιοκτητών και να μου κάνουν συστάσεις… Το ίδιο βράδυ ονειρεύτηκα την Ελένη. Της τραγούδαγα Θεοδωράκη , αλλά πάνω που πήγε να με φιλήσει, μπήκε η αστυνομία μέσα και με σημάδεψε με μια κάμερα. «Απαγορεύεται αυστηρώς ο Θεοδωράκης» μου επισήμανε το όργανο. «Μπορώ τουλάχιστον να καπνίσω;» τον ρώτησα. «Απαγορεύεται αυστηρώς το κάπνισμα» μου ξανάπε το όργανο, σημαδεύοντάς με πάντα με την κάμερα….
Ξύπνησα ιδρωμένος. Και γέρος. Και ανήμπορος. Και δυστυχισμένος. Δυστυχισμένος που δεν είχα την Ελένη δίπλα μου. Που αντ’ αυτής είχα μια κάμερα στο ασανσέρ και μια πινακίδα να μου χτυπάει τα μηνίγγια μου.
Στην επόμενη συνέλευση ιδιοκτητών , ο στρατηγός κράδαινε περήφανος μια κασέτα με τον Δημήτρη επί τω έργω της αφαίρεσης και επανακόλλησης της πινακίδας πάνω ακριβώς από την κάμερα. Σπουδαίο παιδί! Του έγιναν οι σχετικές συστάσεις και εκείνος γέλαγε αθώα, παιδικά. Το ίδιο βράδυ τον κάλεσα στο ταβερνάκι. Φάγαμε μαζί τα σουτζουκάκια του Βαγγέλη.
Μετά από αυτήν την συνέλευση, απέκτησα έναν πολύ μικρότερό μου φίλο και την κακιά συνήθεια να καπνίζω. Πάντα και μόνο μέσα στο ασανσέρ.
υγ. Το διήγημα έχει κερδίσει στο λογοτεχνικό διαγωνισμό του Περιοδικού Ως3 και αναμένεται να εκδοθεί στην 1η συλλογή διηγημάτων του. Για περισσότερες πληροφορίες http://www.os3.gr/